Στις χαρές και στις λύπες μαζί! Ασφαλείς online πληρωμές! Παίξε Υπεύθυνα!

Αθλητική Ενημέρωση

Θοδωρής Δέδες στο BetflixGr: «Μοναδική ευκαιρία η Χόφενχαϊμ – Κάνει κάποια βήματα, αλλά θέλει δουλειά το Ποδόσφαιρο Γυναικών στην Ελλάδα!»

Η ιστορία του 34χρονου προπονητή Γυναικών, Θοδωρή Δέδε, που ελάχιστοι γνώριζαν. Το όνειρο που έγινε πραγματικότητα, το “adapt” στις ανάγκες του ποδοσφαίρου και η άποψη για το επίπεδο του ποδοσφαίρου Γυναικών στην Ελλάδα και τον κόσμο.
Συνέντευξη στον Χριστόφορο Κοκονό

Ένας Έλληνας  που διαπρέπει στα γήπεδα της Γερμανίας ως προπονητής του ποδοσφαίρου Γυναικών. Ξεκίνησε με ένα όνειρο, να κάνει αυτό που αγαπάει επάγγελμα.

Ο Θοδωρής Δέδες άρπαξε την ευκαιρία που του παρουσιάστηκε. Το πλάνο, η μεθοδικότητα και η θέληση για δουλειά, τον έκαναν να ξεχωρίσει. Βήμα-βήμα, από τα εφηβικά της Μέπεν Γυναικών, έφτασε να προπονεί την πρώτη ομάδα.

Δεν ήταν όλα εύκολα για τον 34χρονο Έλληνα. Ανέβασε την ομάδα στα σαλόνια της 1ης Εθνικής, έπεσαν κατηγορία, αλλά εν τέλει επέστρεψαν εκεί που τους αξίζει. Η σκληρή δουλειά και το potential του, δεν έμειναν απαρατήρητες.

Έκανε ένα μικρό πέρασμα στην 3η κατηγορία της Bundesliga, ως βοηθός προπονητή της Μάνχαιμ, σε επίπεδο αντρών, ώσπου ήρθε η κλήση από την Frauen Bundeliga και την Χόφενχαϊμ , ως πρώτος προπονητής. Το μεγαλύτερο challenge της -έως τώρα- καριέρας του, είχε έρθει.

Αναλυτικά η συνέντευξη του Θοδωρή Δέδε:

Το όνειρο για προπονητική και η ευκαιρία στην Μέπεν

Πώς προέκυψε η Γερμανία στην νεαρή ηλικία των 18 ετών;

«Ήμουν στην Ελλάδα, στο ΤΕΙ Ηπείρου και έκανα Γερμανικά. Επειδή ήμουν αρκετά καλός, με παρότρυνε ο καθηγητής Γερμανικών στο Πανεπιστήμιο να κάνω Εράσμους, οπότε πήγα για ένα εξάμηνο απλά για να δω πώς είναι. Με το ποδόσφαιρο ασχολιόμουν ως προπονητής ερασιτεχνικά και ούτε ήξερα ότι ήθελα να μείνω στη Γερμανία. Μετά απλώς με τον καιρό, στους δύο τρεις πρώτους μήνες, μου άρεσε τόσο πολύ, που ήξερα ότι ήθελα να ξεκινήσω καινούργιες σπουδές στη Γερμανία πάνω στη Φυσική αγωγή και έτσι πήρα την απόφαση να επεκτείνω το Εράσμους για άλλους έξι μήνες και από εκεί και μετά να κάνω τις αιτήσεις μου για τα Πανεπιστήμια της Γερμανίας.»

Η πρώτη επαγγελματική ομάδα, ήταν η Μέπεν Γυναικών στην πρώτη κατηγορία. Έδινες βάση πολύ σε παίκτριες γηγενείς και λόγω μπάτζετ και για άλλους λόγους. Έπαιξε αυτό ρόλο στο να ανέβετε στην πρώτη Εθνική, και έστω κι αν πέσατε, μετά ξανά σαν δεύτεροι να ανέβετε; Δηλαδή είσαι προπονητής που βασίζεται στις ακαδημίες;

«Ξεκάθαρα ναι. Αρχικά ήμουν προπονητής στην Κ17 στα κορίτσια για έναν χρόνο. Ανεβαίνοντας στην πρώτη ομάδα ως προπονητής μετά από την πρώτη μου σεζόν στον Σύλλογο, είχα να κάνω με ένα ρόστερ το οποίο ήταν αυτό που λέμε “homegrown” ας πούμε. Πολλά παιδιά έχουν μεγαλώσει στον Σύλλογο και ήταν ταλέντα  της περιοχής. Δεν είχαμε τις δυνατότητες για μεταγραφές .Εκτός αυτού, ήταν όλες Ερασιτέχνες. Δηλαδή, στην πρώτη μας χρονιά που ανεβήκαμε, διεκόπη το πρωτάθλημα λόγω κορονοϊού, ενώ ήμασταν σε θέση ανόδου όταν έγινε αυτό. Τότε είχαμε μόνο μία παίκτρια με ερασιτεχνικό συμβόλαιο, το οποίο στην Γερμανία σημαίνει απλά το ότι είσαι ασφαλισμένος και παίρνεις, αν θυμάμαι και καλά, 300 ευρώ. Και όλες παίρνανε απλά τα οδοιπορικά τους, για να έρχονται στην προπόνηση, γιατί είχαμε παίκτριες που σπούδαζαν στις γύρω-γύρω πόλεις και έπρεπε να έρχονται κάθε μέρα στην προπόνηση, ή τέσσερις ημέρες την εβδομάδα.

Αυτό είχε ως  αποτέλεσμα, να θέλει πολύ δουλειά το κομμάτι της ανάπτυξης ταλέντων, να υπάρχει πολύ καλό σκάουτινγκ στην περιοχή και πάρα πολύ καλό κλίμα σε μία ομάδα, γιατί αυτές οι κοπέλες, το έκαναν για την λατρεία που είχαν για το ποδόσφαιρο και όχι επειδή ήρθαν για να βγάλουν πολλά λεφτά. Και το ίδιο συνέβη και στην συνέχεια όταν ανεβήκαμε κατηγορία. Βασιστήκαμε στον κορμό που είχαμε, πήραμε κάποιες παίκτριες με λίγη περισσότερη εμπειρία, αλλά και αυτές από την περιοχή, χωρίς να κάνουμε μεγάλα έξοδα, γιατί δεν είχαμε και μεγάλο μπάτζετ. Ο στόχος μας ήταν να δώσουμε σε όλες τις παίκτριες, αυτό που λέμε, το ερασιτεχνικό συμβόλαιο, για να είναι όλες ασφαλισμένες σε περίπτωση τραυματισμού και σε κάποιες, προφανώς, που ήταν περισσότερα χρόνια, όπως οι αρχηγοί, λίγο παραπάνω χρηματικό αντίτιμο, για να μπορούν να βγάλουν καλύτερα τη σεζόν.»

Η ευκαιρία στην Χόφενχαϊμ, η προοπτική της Ελλάδας και τα βήματα εξέλιξης του ποδοσφαίρου Γυναικών

Τώρα πλέον βρίσκεσαι στο ανώτατο επίπεδο με την Χόφενχαϊμ, η οποία αυτή τη στιγμή είναι  η “τρίτη ομάδα” στη Γερμανία, πίσω από Μπάγερνν και Βόλφσμπουργκ και σε τροχιά Τσάμπιονς Λιγκ. Αυτό το μεγαλύτερο project και οι μεγαλύτερες προσδοκίες, σε αγχώνουν ως καινούριο προπονητή, ή σου δίνουν κίνητρο ότι ήρθε η ώρα να δείξω τι μπορώ να κάνω;

«Το βλέπω σαν μια ευκαιρία. Σαν αυτό που θέλει κάθε αθλητής, δηλαδή να έχει στόχους και να μπορεί να ακολουθεί τους στόχους αυτούς. Αν παρακολουθήσει κανείς τη Γερμανική Λίγκα, είναι τρεις με τέσσερις ομάδες που παίζουν για το Τσάμπιονς Λιγκ. Μετά, δύο με τρεις ομάδες που παίζουν για να μην πέσουν κατηγορία και οι υπόλοιπες είναι -έτσι λίγο- στην μέση του πίνακα. Με ενδιαφέρει το δύσκολο αυτό πρότζεκτ και γι’ αυτό και ήμουν και πολύ θετικός στο ενδεχόμενο της Χόφενχαϊμ. Γιατί, από τη μία, είναι μια ομάδα η οποία σταθερά τα τελευταία χρόνια παίζει για το Τσάμπιονς Λιγκ. Το έχει σαν στόχο και αυτό θα παραμείνει προτεραιότητά της. Και, από την άλλη, είναι ένας σύλλογος ο οποίος από άποψη εγκαταστάσεων, από άποψη manpower εδώ, ανθρώπινου δυναμικού και τα λοιπά, είναι πολύ επαγγελματικός και πάρα πολύ ανοιχτός στην καινοτομία. Πράγμα που εμένα μου αρέσει ως νεαρός σχετικά προπονητής με νέες ιδέες, να έχω μια διοίκηση και έναν σύλλογο ο οποίος είναι έτοιμος να τις εφαρμόσει. Η Γερμανία είναι σε τελείως άλλο επίπεδο σε σχέση, δυστυχώς, με την Ελλάδα. Εδώ (στην Ελλάδα) υπάρχει η άποψη ότι το Γυναικείο ποδόσφαιρο είναι “κατώτερο”. Το οποίο, κατά την γνώμη μου, είναι τελείως λάθος.»

Άμα σου γινόταν πρόταση από την Ελλάδα και σου έλεγαν να μας φτιάξεις την ομάδα Γυναικών του Ολυμπιακού, της ΑΕΚ, του Παναθηναϊκού, θα σε ενδιέφερε αυτό το project, ή θες να αποκτήσεις περισσότερες εμπειρίες  στο εξωτερικό;

«Κοίτα, επειδή είμαι πλέον 15 χρόνια στη Γερμανία, αυτό είναι αρχικά ένα θέμα το οποίο είναι και θέμα συνήθειας, αλλά και θέμα κουλτούρας. Εγώ έχω ανδρωθεί ποδοσφαιρικά στη Γερμανία. Τουλάχιστον ως προπονητής. Οπότε πολλά πράγματα τα οποία γίνονται στην Ελλάδα, δεν θα ήταν αμέσως compatible με τον τρόπο με τον οποίο έχω συνηθίσει και δουλεύω. Πέραν αυτού, δεν έχω καταφέρει και τα πάντα. Δεν είναι ότι έχω τελειώσει με τους στόχους που έχω εδώ και με αυτά που θέλω να καταφέρω. Ειδικά τώρα, ξεκινάει το όλο πράγμα με την Χόφενχαϊμ.

Προφανώς δεν αποκλείω τίποτα στο μέλλον, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν θα ήθελα μια ζωή στην Ελλάδα. Αλλά δεν είμαι έτοιμος να θυσιάσω όλα αυτά τα οποία έχω χτίσει εδώ, μόνο και μόνο για να είμαι στην Ελλάδα. Δηλαδή, θεωρώ ότι γίνονται κάποια βήματα το τελευταίο καιρό. Ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια που το παρακολουθώ λίγο περισσότερο, όπου και με την παρότρυνση της UEFA ειδικά, η ΕΠΟ έχει πάρει κάποια συγκεκριμένα μέτρα για να βελτιώσει το ποδόσφαιρο Γυναικών. Υπάρχουν σύλλογοι οι οποίοι πλέον βάζουν το χέρι στη τσέπη, αλλά και δίνουν σημασία στο τι συμβαίνει. Αλλά ακόμα θέλουμε πολλά πράγματα, δηλαδή πολλά βήματα μπροστά, που δεν θα είναι και εύκολα, γιατί βλέπουμε και το ποδόσφαιρο των αντρών επίσης νοσεί. Οπότε, για τα επόμενα τρία με πέντε χρόνια, θεωρώ δεν είναι πολύ ρεαλιστικό αυτό το σενάριο.»

Ομοιότητες και διαφορές Αντρών-Γυναικών και οι προσπάθειες ισότητας στον χώρο του ποδοσφαίρου

Αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι στο Mannheim ως βοηθός προπονητή της αντρικής ομάδας. Ποιες είναι μερικές διαφορές και ομοιότητες που μπορείς να βρεις με το γυναικείο ποδόσφαιρο. Και ποιοτικά και παικτικά, αν υπάρχει.

«Εντάξει, παικτικά είναι σαφές ότι οι διαφορές, ειδικά οι ανατομικές, μεταξύ αντρών και γυναικών, παίζουν ένα μεγάλο ρόλο στο image και, συνήθως, αυτό είναι και το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι. Ότι επειδή το μάτι μας έχει συνηθίσει να βλέπουμε αντρικό ποδόσφαιρο ανέκαθεν, όταν βλέπεις το γυναικείο ποδόσφαιρο, αρχικά καταλαβαίνεις πολλές διαφορές, δηλαδή δεν είναι τόσο δυναμικό. Δεν είναι τόσο η ταχύτητα βέβαια το κλικ στο ποδόσφαιρο Γυναικών. Διακατέχεται από πολύ μεγάλη κατάσταση τακτικής. Στην τακτική μπορείς να δεις πολλά πράγματα. Γιατί δεν πάει τόσο στην μονομαχία, υπάρχει λίγος περισσότερος χρόνος με την μπάλα, μπορείς να βγάλεις στο γήπεδο το τακτικό κόνσεπτ που έχεις προετοιμάσει.

Αυτή είναι η πρώτη άποψη. Από την άλλη, αν  βγάλουμε το παιχτικό κομμάτι, οι μεγάλες διαφορές είναι από τη μία, ότι στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο των αντρών δεν υπάρχει πλέον αυτή η εγγύτητα, ο ρομαντισμός αν θες και οι πιέσεις είναι πολύ διαφορετικές από ότι στο ποδόσφαιρο Γυναικών. Οι αλλαγές προπονητών, το αν θα μπορέσεις να δεις ένα παιχνίδι γιατί θα είναι πάρα πολύ ακριβό. Αν μιλήσουμε για πρώτη κατηγορία Γερμανίας, γενικά έχουμε σχετικά φθηνά εισιτήρια.

Αν δεις την Άρσεναλ στην Αγγλία, ένα εισιτήριο για τους άντρες μπορείς να πληρώσεις και 300 λίρες, ενώ στις γυναίκες δεν κοστίζει τόσο. Με αποτέλεσμα αυτό να το κάνει πολύ πιο εγγύς, πολύ πιο κοντινό στους φαν και το πολύ σημαντικό για μένα, είναι ότι υπάρχει και άλλη πελατεία. Δηλαδή υπάρχουν στατιστικά και έρευνες, οι οποίες αναδεικνύουν ότι στο Γυναικείο ποδόσφαιρο, τώρα που υπάρχει το “ξεπέταγμα”, είναι πολύ μεγάλα τα ποσοστά των γυναικών οι οποίες πηγαίνουν να δουν τα ματς, αλλά και των μικρών ηλικιών ή μεγαλύτερων ηλικιών που δεν πάνε πλέον στο γήπεδο για να δουν μία αντρική ομάδα. Με αποτέλεσμα αυτό να το κάνει και ελκυστικό, αλλά και ένα διαφορετικό προϊόν με όρους μάρκετινγκ.»

Ανέφερες πριν, ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια το ποδόσφαιρο των Γυναικών στην Ελλάδα έχει αρχίσει να κάνει κάποια βήματα προς τα εμπρός. Αυτό  θεωρείς  ότι είναι απλά μια “φούσκα” που θα ξεφουσκώσει, ή θεωρείς ότι αυτή η παλιά νοοτροπία, ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να παίζουν ποδόσφαιρο,  ξεπερνιέται και μπαίνουμε σε άλλη εποχή, σε μεγαλύτερη ισότητα ως προς το κομμάτι του ποδοσφαίρου;

«Το πιστεύω σίγουρα ότι υπάρχει μια αλλαγή. Προφανώς αν το δούμε και κοινωνιολογικά, οι γενιές αλλάζουν,  μεγαλώνουν και οι γονείς που πάνε τώρα τα κοριτσάκια τους να παίξουν μπάλα, έχουν άλλα μυαλά από αυτά που είχαμε πριν.

Προφανώς υπάρχουν κάποιοι που έχουν την παλιά νοοτροπία και δεν αλλάζουν όλα σε μία μέρα. Αλλά θεωρώ ότι εκεί θα υπάρξει αλλαγή. Πλέον έχουμε πολλά παιχνίδια σε “free tv” που μπορείς να τα δεις, οπότε υπάρχει λίγη περισσότερη προβολή και των παικτριών, ώστε να αποκτήσουν είδωλα και τα μικρά κοριτσάκια που δεν χρειάζεται να βλέπουν μόνο το αντρικό. Δεν λέω ότι είναι κακό και μπορούν να βλέπουν και τον Μέσι εννοείται.

Μπορούν να βλέπουν και την Αθανασία Μωραΐτου, ή ξέρω εγώ την Ιωάννα Χαμαλίδου και πολλά παιδιά της Εθνικής Ομάδας. Με αποτέλεσμα, ειδικά και μέσω των κοινωνικών δικτύων που πλέον έχουν πολλοί πρόσβαση, και πιο νωρίς πρόσβαση έφηβες ή παιδιά, να είναι ακόμα  πιο εύκολο να δημιουργήσουν αυτή την επαφή. Το πρόβλημα το οποίο εγώ αναγνωρίζω, είναι κυρίως στις εγκαταστάσεις, δηλαδή ειδικά σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, οι ομάδες δεν έχουν δικά τους γήπεδα για να παίξουν και όταν έρθουν οι γυναικείες ή οι ομάδες κοριτσιών να αγωνιστούν, υπάρχει πρόβλημα.

Βέβαια λύσεις υπάρχουν και σε αυτό. Μπορούν ας πούμε κορίτσια και αγόρια να κάνουν προπόνηση μαζί, γιατί μέχρι μία ηλικία δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις αρχές στο θέμα της “ταχυδύναμης”. Από την άλλη, αν κοιτάξουμε πολλές ομάδες που κάνουν πολύ καλή δουλειά στην επαρχία, είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί κάποιος ακόμα περισσότερο. Για παράδειγμα, ο Αστέρας Τρίπολης, που είναι και η ιδιαίτερη ομάδα της πατρίδας μου, βλέπουμε ότι έχει κάνει μία επένδυση, η οποία θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερη, αλλά τουλάχιστον είναι το πρώτο βήμα, με αποτέλεσμα να μην με κάνει τόσο απαισιόδοξο αυτό που βλέπω. Ότι δηλαδή θα είναι απλά μία φούσκα. Με τα χρόνια ίσως να μπορέσει να γίνει ένα βασικό πράγμα. Τώρα, αν θα φτάσουμε στα επίπεδα της Αγγλίας ή της Γερμανίας, το να είναι και “sustainable”, δηλαδή να είναι από μόνο του αυτοδιαχειριζόμενο και βιώσιμο σαν προϊόν του ποδοσφαίρου των Γυναικών, πιστεύω ότι θα πάρει κάποια χρόνια παραπάνω.»

Η προπονητική επιρροή, οι συμβουλές και το “plan-B” των ποδοσφαιριστών

Βλέπουμε προπονητές οι οποίοι έχουν ξεκινήσει την καριέρα τους από τη Γερμανία και αυτή τη στιγμή έχουν φτάσει στα ανώτατα επίπεδα. Νάγκελσμαν, Γιούργκεν Κλόπ, που ξεκίνησε από τη Μάιντς, ο Τόμας Τούχελ που τώρα είναι στη Μπάγερν. Εσένα ποιος είναι ο προπονητής που σε ενέπνευσε περισσότερο;

«Κοίτα, μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά ο πρώτος προπονητής που με ενέπνευσε ήταν ο ίδιος μου ο προπονητής, ο Βαγγέλης Καραμουλάς, ο οποίος  με ενέπνευσε να θέλω να είμαι προπονητής, γιατί είδα σε αυτόν ένα πρότυπο. Από εκεί και πέρα, με τα χρόνια, ο προπονητής που ακολούθησα περισσότερο ήταν ο Γκουαρδιόλα, λόγω της Μπαρτσελόνα, γιατί ήταν η εποχή που η “Μπάρτσα” ήταν “Top Of The Top” και έπαιζε το καλύτερο ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό που με τα χρόνια κατάλαβα, είναι ότι δεν μπορείς να κοπιάρεις και να βασίζεσαι μόνο σε ένα πράγμα, διότι το ποδόσφαιρο είναι πολυδιάστατο και οι ομάδες που έχεις στη διάθεσή σου, δεν είναι πάντα ίδιες με αυτό που θαυμάζεις, οπότε το πιο σημαντικό ήταν για μένα να μπορέσω να παίρνω κομμάτια από κάθε προπονητή. Δηλαδή, έχω προσπαθήσει να σπουδάσω προφανώς τον Κλοπ, αλλά σε κάποια συγκεκριμένα πράγματα χρειάστηκε στην πρώτη κατηγορία με τη Μέπεν, επειδή ήμασταν το “outsider”, να παίξουμε πολύ αμυντικά, οπότε σπούδασα τον Κόντε, χωρίς να μου αρέσει ιδιαίτερα το ποδόσφαιρό του. Οπότε προσπάθησα να πάρω από πολλούς στοιχεία και να τα συνδέσω με αυτά που είχα μάθει από τον δικό μου προπονητή, τον Βάγγελη Καραμουλά, που με είχε βοηθήσει πάρα πολύ στα βασικά του ποδοσφαίρου. Δηλαδή αυτά που μας έλεγε τότε, ήτανε τόσο μπροστά, που ακόμα παίζουν μεγάλο ρόλο.»

Επειδή πολλές αθλήτριες όπως είπες, την περίοδο που ήσουν στην Μέπεν, δεν ήταν επαγγελματίες, δηλαδή σπούδαζαν ταυτόχρονα, θεωρείς ότι είναι σημαντικό είτε σε επίπεδο προπονητικής, είτε σε επίπεδο παιχτικό, να υπάρχει πάντα ένα Plan B; Δηλαδή “θα σπουδάσω κιόλας και θα προσπαθήσω να τα καταφέρω στο ποδόσφαιρο” ή “κάνω All-In στο ποδοσφαιρικό κομμάτι κι άμα βγει βγήκε, αλλιώς βλέπουμε”;

«Καλή ερώτηση. Η απάντησή μου μάλλον σε αυτό είναι η εξής: Πλέον τα μεγάλα κέντρα ακαδημιών στην Γερμανία, ειδικά για τα αγόρια, έχουν ως βασικό κομμάτι την εκπαίδευση,, δηλαδή μπορεί να σε φέρουν σαν ένα μεγάλο ταλέντο αλλά ταυτόχρονα σου παρέχουν τις δυνατότητες να πηγαίνεις στο σχολείο ή να κάνεις προπόνηση την ώρα που θα έκανες γυμναστική στο σχολείο, με αποτέλεσμα να έχουν παιδαγωγούς, να έχουν δασκάλους από μόνοι τους στα εκτός έδρας παιχνίδια, οπότε αυτό δείχνει τη βαρύτητα και στο να έχεις ένα “Plan B”, γιατί είναι πολύ σημαντικό για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα, όχι μόνο η μόρφωση, αλλά και η πειθαρχία

Από την άλλη, ξέρουμε όλοι ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των παιδιών που παίζουν ποδόσφαιρο, τα καταφέρνουν να γίνουν ποδοσφαιριστές, με αποτέλεσμα να πρέπει να είμαστε σε θέση να τους παρέχουμε και την δεύτερη επιλογή, ασχέτως αν θα είναι κάποιο επάγγελμα πάνω στο ποδόσφαιρο. Γιατί, μπορεί να κάνεις ταυτόχρονα σπουδές, ας πούμε στο μάρκετινγκ, και μετά να θέλεις στον χώρο του ποδοσφαίρου. Εγώ είχα παίκτριες, από λογίστρια μέχρι άλλες, οι οποίες τώρα πλέον είναι καθηγήτριες Πανεπιστημίου, είχα δασκάλες, project manager, δηλαδή κάθε μία έκανε και κάτι άλλο. Αυτό προφανώς ήταν δύσκολο γιατί όταν είσαι από την μία top αθλητής, αλλά από την άλλη πρέπει να έχεις και μία πολύ καλή απόδοση στην δουλειά σου, ή  στην εκπαίδευση σου,  θεωρώ ότι και ανοίγεις τους ορίζοντες και σε κάνει ανεξάρτητο άτομο, οπότε είναι πολύ βασικό κομμάτι και θα έπρεπε και όλοι οι σύλλογοι και οι προπονητές να το στηρίζουν, αλλά και οι γονείς και οι παίκτριες να το βλέπουν έτσι. Ότι δεν υπάρχει μόνο το κομμάτι του ποδοσφαίρου και πρέπει να είμαστε σίγουροι. Γιατί και όλα καλά να πάνε, μία καριέρα κρατάει μέχρι τα 30-35, το πολύ  40 αν είσαι ο Κριστιάνο Ρονάλντο ή ο Ζε Ρομπέρτο και μετά πρέπει να δεις τι άλλο θα κάνεις με τη ζωή σου. Οπότε εγώ βλέπω πολλούς επαγγελματίες στην ομάδα που είμαι τώρα, οι οποίοι είναι 24-25, να κάνουν σπουδές είτε online, είτε δια αλληλογραφίας, με αποτέλεσμα να κοιτάνε ήδη το επόμενο βήμα τους.»

Κλείνοντας, ποιες τρεις συμβουλές θα έδινες σε έναν νέο προπονητή να ακολουθήσει, αν ερχόταν στην Γερμανία και ζήταγε την βοήθειά σου;

«Η πρώτη είναι να μάθει τη γλώσσα, εφόσον μιλάμε για την Γερμανία. Όχι μόνο για να μπορεί να συνεννοείται, αλλά διότι ως προπονητής,, πρέπει να μπορείς να αγγίζεις ανθρώπους, πρέπει να μπορέσεις να δίνεις κίνητρο στους ανθρώπους, πρέπει να μπορείς να καταλαβαίνεις ανθρώπους και πρέπει να μπορείς να καταλαβαίνεις κουλτούρες, με αποτέλεσμα, χωρίς να ξέρεις τη γλώσσα, αυτό να είναι εμπόδιο. Δεν είναι ακατόρθωτο, αλλά είναι εμπόδιο.

Δεύτερον, να κάνει πράγματα χωρίς να περιμένει κατευθείαν αντίτιμο. Ή χωρίς να περιμένει κατευθείαν ανταπόδοση. Δηλαδή, η αγάπη για αυτό που κάνεις, να είναι τόσο σημαντική, που να το κάνεις και χωρίς να πληρώνεσαι. Δεν σημαίνει πως ό,τι και να κάνω πρέπει να το κάνω χωρίς να πληρώνομαι για να έχει αξία. Αλλά να μην μπαίνει το χρηματικό και το ότι πρέπει να είμαι καλά οικονομικά, μπροστά από τους στόχους.

Τρίτον, για να το σκεφτώ καλύτερα, θεωρώ το να είσαι αυτό που λέμε εμείς έξυπνος, πονηρός, να είσαι σφουγγάρι. Δηλαδή, ό,τι βλέπεις να προσπαθείς να το παίρνεις.  Όποια εμπειρία μπορείς να κάνεις, να χρησιμοποιείς αυτό το χρόνο, στο να μαζεύεις πράγματα. Και όχι μόνο να κοιτάμε το τι κάνουν οι επαγγελματίες. Εμένα με βοήθησε πάρα πολύ το ότι δούλεψα και μου φαίνεται και δύσκολο το ρήμα “δούλεψα”, γιατί δεν το θεωρώ δουλειά. Εγώ ξεκίνησα τα πρώτα μου βήματα με ομάδες οι οποίες ήταν στην πιο χαμηλή κατηγορία, στις παιδικές ακαδημίες, που μιλάμε για μαζικό αθλητισμό. Εργάστηκα στο Πανεπιστήμιο, σε courses που είχαν να κάνουν με άτομα που δεν είχαν παίξει ποτέ ποδόσφαιρο. Είχα να κάνω με κορίτσια,  με αγόρια, είχα να κάνω με τετράχρονα παιδιά, με 50ηδες, με πρόσφυγες που είχαν έρθει και ήθελαν να παίξουν ποδόσφαιρο.

Προσπάθησα από όλα τα πράγματα, για να το ξαναφέρω σε αυτό που έλεγα, να κάνω εμπειρίες. Όταν μαζεύεις εμπειρίες και δεν θες κατευθείαν να φτάσεις στο top επίπεδο, το ταξίδι  σε πάει εκεί. Αλλά αν κυνηγάς τα χρήματα ή τη δόξα ή το να είσαι μόνο με τους καλύτερους από την αρχή, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Δηλαδή θα βρεις πάρα πολλά εμπόδια μπροστά σου. Οπότε, σε έναν λίγο πιο φιλοσοφικό τόνο, κάνε εμπειρίες, πίστεψέ το, προσπάθησέ το και αν χρειάζεται να δουλέψεις παράλληλα, να δουλέψεις.»

Ευχαριστώ πολύ τον Θοδωρή Δέδε για αυτήν την συνέντευξη και τον χρόνο που διέθεσε! Εύχομαι τα καλύτερα στην ζωή του και στην καριέρα του! Εις το επανιδείν!

Επιμέλεια: Χριστόφορος Κοκονός

Κοινοποίηση σε:
Προτεινόμενα

Η συνωμοσία του Πάτρικ Γιούιν!

Ο Πάτρικ Γιούιν ήταν αδιαμφισβήτητα ένας εξαιρετικός μπασκετμπολίστας. Ασταμάτητος στην επίθεση, με φοβερές κινήσεις στη ρακέτα. Στην άμυνα; Ένας πραγματικός ογκόλιθος! Όλα αυτά ήταν εμφανή

Read More »

Αυτή δεν ήταν απλώς μια καλή βραδιά, αλλά ένα case study και για τους δύο!

Ολυμπιακός και ΠΑΟΚ, πέτυχαν δύο πολύ μεγάλες προκρίσεις στο Conference League με ανατροπή, απέναντι σε Μακάμπι Τελ-Αβίβ και Ντιναμό Ζάγκρεμπ αντίστοιχα, που τους δίνουν αφενός

Read More »
Scroll to Top

Σύνδεση και διαχείριση λογαριασμού

Σας Ευχαριστούμε!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή σας στο newsletter μας.

Το BetflixGr ετοιμάζει πολλές εκπλήξεις, δώρα και ενδιαφέρουσες εξελίξεις για όλα τα μέλη του!